*Εξομολογητικό*

Είναι 17.05 και προσπαθώ να βρω τις λέξεις που χρειάζομαι. Κλισέ εισαγωγή, μα ούτε κι εγώ η ίδια ξέρω γιατί κάθισα να γράψω μετά από τόσο καιρό απουσίας – πόσο μάλλον στη μητρική μου.

Κοιτάζω έξω που χιονίζει. Είναι Μάρτιος, και δε λέω ψέματα. Εδώ δεν είναι σπάνιο. Κάποτε αυτό θα με γέμιζε χαρά. Ο χειμώνας που δε λέει ν’αφήσει το θρόνο. Μα τώρα μονάχα μ’εμποδίζει να πάρω το βιβλίο μου, να περπατήσω ως την πλατεία και να κάτσω στο μοναδικό καφέ που σηκώνει τέτοιες κινήσεις. Βλέπεις, το να μένω σπίτι μοιάζει αφόρητο, από τότε που επέστρεψα στην πόλη μου. “Την πόλη μου”, και γελώ. Την πόλη που έως και αυτή τη μέρα θεωρώ άσχημη, εξουθενωτική, μίζερη και ξένη. Νιώθω ξένη.

Με ρωτάει ο κόσμος γιατί δεν εμφανίζομαι στα δίκτυα.

«Πού είναι τα posts;»

«Τί λέει, που είναι η tresviolette; Πού πήγαν οι φωτογραφίες και τα άρθρα για τα outfits;»

 

Και μου ήταν για καιρό δύσκολο να δώσω απάντηση. Ούτε κι εγώ ήξερα πού είναι όλα. Δεν ήξερα που είμαι εγώ. Δεν ήξερα πού ξυπνάω κάθε μέρα.

Τίνος δωμάτιο είναι αυτό; Ολιγόλεπτος πανικός.

Δεν ήξερα τί κάνω, τί έπρεπε να κάνω, για τί παλεύω. Δεν ήξερα. Κι είχα μόλις μπει στο ρόλο, κι έπρεπε να μάθω να με αντιμετωπίζω.

Μεγαλώνοντας η άνεσή μου με τις σκέψεις έγινε συνήθεια. Φοιτήτρια δεν κατάλαβα πώς τα όποια τραύματα άρχισαν να βαθαίνουν και πίστευα πως είμαι καλά, επειδή γέμιζα τη μέρα μου με πράγματα, με μέρη και με ανθρώπους. Δεν κατάλαβα πως τους αγαπούσα πιο πολύ από μένα ή απ’όσο με αγαπούσαν αυτοί. Δεν κατάλαβα πως «δίνουμε ότι αποκτάμε, ώσπου κάτι τελειώνει». Δεν πιστεύω ότι στερεύει κανείς για πάντα. Αλλά χρειάζεται ενίοτε να παύεις. Να παίρνεις μια ανάσα, να ξανανάβεις το κερί με συνέπεια. Κι έτσι μέχρι να το δω αυτό άρχισαν να με κατατρώνε οι κρίσεις. Στο σπίτι, στο δρόμο, στα μαγαζιά. Από το 100 στο 0 σε λίγα δευτερόλεπτα. Σα να διαλύεται ο χρόνος. Να παγώνεις.

Δεν είναι ψέμα αυτό που λένε, ότι μόνο όταν χάσεις τα πάντα μπορείς να δεις. Χρειάστηκε να χάσω φίλους, οικογένεια, σχέσεις, τη ζωή μου στη μεγαλούπολη, το σώμα μου, την όρεξή μου για ζωή. Την όρεξή μου για φαγητό. Το στόχο μου. Να μείνω μόνη, σε ξένο τόπο. Κι έπρεπε μονάχα να με δεχτώ.

Την αγαπώ τη μόδα και δε την αφήνω, τη μετουσιώνω. Την αγαπώ για την τέχνη που είναι. Την αγαπώ γι’αυτό που είμαι εγώ τώρα, όχι γι’αυτό που με έκανε αυτή και το όποιο Instagram να νιώθω ότι πρέπει να είμαι. Αδύνατη, υπέροχη όλες τις ώρες, δυναμική ή, μάλλον, «σκύλα» και διαθέσιμη. Διαθέσιμη να κοινοποιώ διαρκώς την τελευταία μου εμφάνιση. Διαθέσιμη να παρακολουθώ την οθόνη μου να ανανεώνεται, με κοπέλες πιο αδύνατες, πιο όμορφες, ίσως πιο δυναμικές και πιο ισορροπημένες ψυχολογικά από μένα. Κοπέλες με μηδενικό μετατραυματικό στρες, με μηδενικές κρίσεις. Και βουρκώνω όσο τα πληκτρολογώ αυτά. Γιατί μόνο εγώ ξέρω. Και, για σένα, μόνο εσύ ξέρεις.

Σημασία έχει να μη μισείς το δέρμα μέσα στο οποίο ζεις. Σημασία έχει να σε γεμίζει μια βόλτα στο φως της ημέρας και η μυρωδιά της εποχής που αλλάζει.

Να κάνεις το βήμα, ραντεβού σε ψυχολόγο.

Να μη κλείνεσαι, να φωνάζεις και να αγαπάς αλλά ότι ή όποιος σε αδειάζει να παίρνει πόδι.

Να διαβάζεις, να ακούς μουσική. Να λες «δεν πειράζει», για να μη πειράζει.

Σημασία έχεις εσύ – χωρίς υπερβολικές (εκ)δηλώσεις που θυμίζουν quotes από self-love σεμινάρια.

Κοιτάζω έξω που χιονίζει. Είναι Μάρτιος, και δε λέω ψέματα. Οι αμυγδαλιές παλεύουν ντροπαλά να ανθίσουν, αλλά οι νιφάδες πέφτουν παχιές και μου θυμίζουν πως κάποτε αυτό θα με γέμιζε χαρά. Ο χειμώνας που δε λέει ν’αφήσει το θρόνο. Τώρα μονάχα μ’εμποδίζει.

Η ζωή έχει πλάκα όταν δε κρύβεται σε μια οθόνη.

 

Βιολέτα

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *